λάρυγγας
Ορισμοί
- το όργανο που βρίσκεται στο πάνω μέρος του αναπνευστικού συστήματος των σπονδυλωτών. Στον άνθρωπο βρίσκεται στο άνω τμήμα του λαιμού και αποτελεί συνέχεια της τραχείας. Επιτρέπει τη διέλευση του αέρα και, επειδή περιλαμβάνει τις φωνητικές χορδές, είναι βασικό όργανο για την παραγωγή της φωνής
- ανδρικό επώνυμο
Ισοδύναμα
42 more languages
العربيةحنجرة
Българскигръклян
Catalàlaringe
Češtinahrtan
Danskstrubehoved
DeutschKehlkopf
Esperantolaringo
Eestikõri
Suomikurkunpää
Gaeilgelaraing
Gàidhligguthlag
Galegolarinxe
Magyargége
Հայերենկոկորդ
Bahasa Indonesialaring
Íslenskabarkakýli
Italianolaringe
日本語喉頭
ქართულიხორხი
한국어후두
Latinalarynx
Latviešubalsene
Македонскигрклан
Nederlandsstrottenhoofd
Polskikrtań
Portuguêslaringe
Românălaringe
Slovenščinagrlo
Shqiplaring
Svenskastruphuvud
தமிழ்குரல்வளை
తెలుగుస్వరపేటిక
ไทยกล่องเสียง
Tagalogtatagukan
Tiếng Việtthanh quản
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free