Meaning of κυψέλη | Babel Free
/ciˈpse.li/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- κατασκευή που χρησιμεύει ως κατοικία ενός σμήνους μελισσών
- συνοικία της Αθήνας
- οι μέλισσες που κατοικούν σε αυτή την κατασκευή
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
-
μέρος που χαρακτηρίζεται από εντατική και συντονισμένη εργασία ενός συνόλου ανθρώπων figuratively
Ισοδύναμα
English
Beehive
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.