HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κυνικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. που εκφράζεται (δυσάρεστα) και με απόλυτη ευθύτητα και ειλικρίνεια, χωρίς ευγένεια ή ευπρέπεια
  2. που έχει σχέση ή αναφέρεται στον Αστερισμό του Κυνός

Παραδείγματα

“κυνικός λόγος”
“κυνικός άνθρωπος”
“(μετεωρολογία) κυνικά καύματα: Κύων Μέγας θερινοί καύσωνες”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κυνικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course