κουφάλα
Ορισμοί
- κοίλωμα που σχηματίζεται σε κορμό δέντρου
- οικισμός της Ευρυτανίας, πρώην ονομασία του οικισμού Δάφνη
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κουφάλας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κουφάλας accusative, genitive, singular, vocative
-
τρύπα σε δόντι figuratively
-
μέτριος υβριστικός χαρακτηρισμός disapproving, offensive
-
καταφερτζής, άτομο που βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει από κακοτοπιές broadly, figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η κουκουβάγια φώλιασε στην κουφάλα του δέντρου.”
The owl nested in the hollow of the tree.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free