HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κουφάλα

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
kuˈfa.la

Ορισμοί

  1. κοίλωμα που σχηματίζεται σε κορμό δέντρου
  2. οικισμός της Ευρυτανίας, πρώην ονομασία του οικισμού Δάφνη
  3. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κουφάλας
  4. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κουφάλας
    accusative, genitive, singular, vocative
  5. τρύπα σε δόντι
    figuratively
  6. μέτριος υβριστικός χαρακτηρισμός
    disapproving, offensive
  7. καταφερτζής, άτομο που βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει από κακοτοπιές
    broadly, figuratively

Ισοδύναμα

Françaiscarie
33 more languages
Afrikaansholte
العربيةتجويف
Azərbaycan diliboşluq
Българскикариескухина́
Bosanskigat
Češtinadutina
Cymraegceudod
Danskhul
Ελληνικάκοιλότητα
Esperantokario
עבריתחלל
Hrvatskigat
Հայերենխոռոչ
Italianocariecavità
日本語虫歯
Kurdîḧal
Latinacavea
Latviešudobums
മലയാളംപോട്
Bahasa Melayukaviti
Nederlandsgaatjegat
Polskiubytek
Portuguêscáriecavidade
Српскиgat
Svenskahäl

Παραδείγματα

“Η κουκουβάγια φώλιασε στην κουφάλα του δέντρου.”

The owl nested in the hollow of the tree.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κουφάλα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free