Meaning of κουφάλα | Babel Free
/kuˈfa.la/Ορισμοί
- κοίλωμα που σχηματίζεται σε κορμό δέντρου
- οικισμός της Ευρυτανίας, πρώην ονομασία του οικισμού Δάφνη
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κουφάλας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κουφάλας accusative, genitive, singular, vocative
-
τρύπα σε δόντι figuratively
-
μέτριος υβριστικός χαρακτηρισμός disapproving, offensive
-
καταφερτζής, άτομο που βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει από κακοτοπιές broadly, figuratively
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.