Σημασία του κουφάλα | Babel Free
kuˈfa.laΟρισμοί
- κοίλωμα που σχηματίζεται σε κορμό δέντρου
- οικισμός της Ευρυτανίας, πρώην ονομασία του οικισμού Δάφνη
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κουφάλας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κουφάλας accusative, genitive, singular, vocative
-
τρύπα σε δόντι figuratively
-
μέτριος υβριστικός χαρακτηρισμός disapproving, offensive
-
καταφερτζής, άτομο που βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει από κακοτοπιές broadly, figuratively
Ισοδύναμα
Afrikaans
holte
العربية
تجويف
Azərbaycanca
boşluq
Bosanski
gat
Čeština
dutina
Cymraeg
ceudod
Dansk
hul
Ελληνικά
κοιλότητα
Esperanto
kario
Français
carie
עברית
חלל
Hrvatski
gat
Հայերեն
խոռոչ
Kurdî
ḧal
Latina
cavea
Latviešu
dobums
മലയാളം
പോട്
Bahasa Melayu
kaviti
Polski
ubytek
Српски
gat
Svenska
häl
ไทย
ฟันผุ
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free