HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κοιλότητα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ciˈlo.ti.ta

Ορισμοί

  1. η κοίλη περιοχή μιας επιφάνειας ή ενός σώματος
  2. κοίλη περιοχή του σώματος, ιδίως αυτή που περιέχει εσωτερικά όργανα
  3. η ιδιότητα μιας κοίλης συνάρτησης

Ισοδύναμα

37 more languages

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: κοίλωμα”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κοιλότητα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free