Meaning of Κορέα | Babel Free
/koˈɾea/Ορισμοί
- ορεινή χερσόνησος της Ασίας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κορέας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κορέας accusative, genitive, singular, vocative
- χώρες: Βόρεια Κορέα, με πρωτεύουσα την Πιονγιάνγκ, και Νότια Κορέα, με πρωτεύουσα τη Σεούλ.
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.