κοράκι
Ορισμοί
- μαύρο σαρκοφάγο πουλί
- υποκοριστικό του κόρη, κορούλα
-
ιδιοκτήτης ή υπάλληλος γραφείου κηδειών figuratively
- υποκοριστικό του κορίτσι, κοριτσάκι
-
ανήθικος άνθρωπος που εκμεταλλεύεται ιδιοτελώς τις δυσκολίες των συνανθρώπων του figuratively
-
η στείρα των πλοίων, των σκαφών και των λέμβων ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) idiomatic
Ισοδύναμα
36 more languages
Българскипредприемач
Danskbedemand
DeutschBeerdigungsunternehmerBeerdigungsunternehmerinBestatterBestatterinCrowKolkrabeKrähekrähenKrappLeichenbestatterLeichenbestatterinPietätPompfünebererRaberabenschwarz
Esperantokorako
Eestikaaren
Euskaraerroi
Gàidhligfitheach
Galegocorvo
עבריתעורב
हिन्दीकाला कौआ
Magyarhollófekete
ไทยสัปเหร่อ
Παραδείγματα
“≋ ταυτόσημα: κόρακας”
“※ Ώρα 11.50 π.μ., δημοτικό κατάστημα Δήμου Αθηναίων, Αρμοδίου 10. Εδώ κάθε Τετάρτη μεσημέρι από 12.00 ως 14.00 βγαίνουν σε πλειστηριασμό δεκάδες ακίνητα. Ο διάλογος ανήκει σε «νομιζόμενους» υποψήφιους αγοραστές των ακινήτων, τα επονομαζόμενα «κοράκια». Με την έναρξη του πλειστηριασμού ο κάθε ενδιαφερόμενος καταθέτει μια επιταγή που ισούται με το ένα τρίτο της τιμής της πρώτης προσφοράς. Τα «κοράκια» συμμετέχουν και αυτά στη διαδικασία. Καταθέτουν τις επιταγές τους στον συμβολαιογράφο που εκτελεί τη δημοπρασία και είτε αγοράζουν το ακίνητο για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό πελατών τους είτε αποσύρονται από τον πλειστηριασμό, αφού πληρωθούν για αυτή την απόσυρσή τους. (*)”
“※ «Μπράβο, κοράκι μου», φώναξε ενθουσιασμένη η Λευτερία, ανακοινώνοντας συγχρόνως και το φύλο του παιδιού - κοράκι, κοριτσάκι”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free