HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κοράκι | Babel Free

Noun CEFR C2 Standard
/koˈɾa.ki/

Ορισμοί

  1. μαύρο σαρκοφάγο πουλί
  2. υποκοριστικό του κόρη, κορούλα
  3. ιδιοκτήτης ή υπάλληλος γραφείου κηδειών
    figuratively
  4. υποκοριστικό του κορίτσι, κοριτσάκι
  5. ανήθικος άνθρωπος που εκμεταλλεύεται ιδιοτελώς τις δυσκολίες των συνανθρώπων του
    figuratively
  6. η στείρα των πλοίων, των σκαφών και των λέμβων ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
    idiomatic

Ισοδύναμα

English corvid raven

Παραδείγματα

“≋ ταυτόσημα: κόρακας”
“※ Ώρα 11.50 π.μ., δημοτικό κατάστημα Δήμου Αθηναίων, Αρμοδίου 10. Εδώ κάθε Τετάρτη μεσημέρι από 12.00 ως 14.00 βγαίνουν σε πλειστηριασμό δεκάδες ακίνητα. Ο διάλογος ανήκει σε «νομιζόμενους» υποψήφιους αγοραστές των ακινήτων, τα επονομαζόμενα «κοράκια». Με την έναρξη του πλειστηριασμού ο κάθε ενδιαφερόμενος καταθέτει μια επιταγή που ισούται με το ένα τρίτο της τιμής της πρώτης προσφοράς. Τα «κοράκια» συμμετέχουν και αυτά στη διαδικασία. Καταθέτουν τις επιταγές τους στον συμβολαιογράφο που εκτελεί τη δημοπρασία και είτε αγοράζουν το ακίνητο για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό πελατών τους είτε αποσύρονται από τον πλειστηριασμό, αφού πληρωθούν για αυτή την απόσυρσή τους. (*)”
“※ «Μπράβο, κοράκι μου», φώναξε ενθουσιασμένη η Λευτερία, ανακοινώνοντας συγχρόνως και το φύλο του παιδιού - κοράκι, κοριτσάκι”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κοράκι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course