HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κόρακας

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1
ˈko.ɾa.kas

Ορισμοί

  1. μαύρο σαρκοφάγο πουλί
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. μαύρος
    figuratively
  4. ανδρικό όνομα αρχαίου ρήτορα από τις Συρακούσες

Ισοδύναμα

26 more languages

Παραδείγματα

“※ Κοράκου χρώμα τα μαλλιά κι ασπρίσανε (Διονύσης Σαββόπουλος, «Οι δεκαπέντε [Αμνηστεία '64]», 1975)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κόρακας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free