Meaning of κόρακας | Babel Free
/ˈko.ɾa.kas/Ορισμοί
- μαύρο σαρκοφάγο πουλί
- ανδρικό επώνυμο
-
μαύρος figuratively
- ανδρικό όνομα αρχαίου ρήτορα από τις Συρακούσες
Παραδείγματα
“※ Κοράκου χρώμα τα μαλλιά κι ασπρίσανε (Διονύσης Σαββόπουλος, «Οι δεκαπέντε [Αμνηστεία '64]», 1975)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.