Meaning of κοπή | Babel Free
/koˈpi/Ορισμοί
- η κατάτμηση σε κομμάτια, το κόψιμο
- συνοικία του Πειραιά
- η δημιουργία νέων νομισμάτων
Παραδείγματα
“η κοπή της πίτας”
“κυκλοφορούν λίρες παλαιάς και νέας κοπής'”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.