HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κιλότα | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/ciˈlo.ta/

Ορισμοί

  1. γυναικείο εσώρουχο που περιβάλλει τους μηρούς και το υπογάστριο
  2. στρατιωτική περισκελίδα του ιππικού ή παντελόνι ιππασίας, παλιότερα φουσκωτό στους μηρούς και στενό κάτω

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Σε λίγο τον ανοίγει αλλά αντίς να ρίξει μια ρόμπα τόση ώρα επάνω της τον άνοιξε με το σουτιέν και την κιλότα. (Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, γ΄ τόμος, Αθήνα 2003)”
“※ Πιὸ πίσω, ἕνας καβαλάρης μὲ κόκκινο ροῦχο καὶ ἕνα τρικαντὸ μὲ φτερά, ἄσπρη κιλότα καὶ ψηλὲς μαῦρες μπότες: ὁ Σταβλάρχης τοῦ Bασιλέως. (Περικλῆς Βυζάντιος, Ἡ ζωὴ ἑνὸς ζωγράφου, Αθήνα 1994)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κιλότα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course