Meaning of κεφάτος | Babel Free
/ceˈfatos/Ορισμοί
- που έχει κέφι, χαρούμενος, που έχει καλή διάθεση
- που δημιουργεί κέφι, που προκαλεί εύθυμη διάθεση
Παραδείγματα
“Είμαι κεφάτος σήμερα.”
I am in high spirits today.
“Ωραία, κεφάτη μουσική! Χορεύουμε;”
Nice, happy music! Shall we dance?
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.