Meaning of καυτερός | Babel Free
/ka.fteˈɾos/Ορισμοί
- άλλη μορφή του καυτός, ο πολύ ζεστός
- που προκαλεί έντονη γεύση, σαν να μας καίει το στόμα
-
δηκτικός figuratively
- : (γαστρονομία) είδος πικάντικης τυροσαλάτας
- : (γαστρονομία) φαγητά ή τροφές με καθτερή, έντονη ή πικάντικη γεύση
Ισοδύναμα
English
hot
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: τυροκαυτερή”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.