καστανιά
Ορισμοί
- εξάρτημα μηχανισμού το οποίο εμποδίζει την περιστροφή γραναζιού προς τη μία φορά
- το αιωνόβιο φυλλοβόλο δέντρο του γένους Castanea, με οδοντωτά φύλλα, που καλλιεργείται για το ξύλο του και για το καρπό, το κάστανο
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο όνομα
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Καστανιάς
-
εργαλείο-κλειδί που χρησιμεύει για βίδωμα ή ξεβίδωμα και εμπεριέχει καστάνια(1) broadly
-
γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Καστανιάς rare
Ισοδύναμα
37 more languages
Българскикестен
Catalàcastanyer
Češtinakaštan
Cymraegcastanwydd
Danskkastanjetræ
Eestikastan
فارسیشاهبلوط
Gàidhligcraobh-geanmchno
עבריתערמון
Հայերենշագանակենի
Íslenskakastanía
ქართულიწაბლი
Қазақ тіліталшын
Kurdîkestane
LëtzebuergeschKäschtebam
ਪੰਜਾਬੀਸ਼ਾਹ ਬਲੂਤ
Portuguêscastanheiro
Românăcastan
Tagalogkastanyo
Türkçekestane
Παραδείγματα
“※ στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας, Κωνσταντινούπολη. Η πόλη των απόντων, εκδ. Πατάκης, 2016)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free