HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κήπος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C1 Standard
ˈci.pos

Ορισμοί

  1. έκταση (συνήθως φραγμένη), όπου καλλιεργούνται είτε για λόγους καλλωπιστικούς είτε για λόγους διατροφικούς λουλούδια, δέντρα ή άλλα φυτά (ενίοτε δίπλα σε σπίτι ή κάποιο κτίσμα)
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. χωράφι καλλιεργημένο με ζαρζαβατικά ή κηπευτικά κυρίως με φασόλια (στην κρητική και κυπριακή διάλεκτο)
    idiomatic

Ισοδύναμα

Englishgarden
Españoljardín
22 more languages
العربيةبستاني
Esperantoĝardeno
Eestiaed
עבריתגינן
Italianogiardinoorto
日本語
한국어
Portuguêsjardimjardinar
Românăgrădină
Русскийсад
Türkçebahçe
Українськасадовий
Tiếng Việt

Παραδείγματα

“Ο κήπος μας είναι γεμάτος λουλούδια την άνοιξη.”

Our garden is full of flowers in spring.

Επίπεδο CEFR

C1
Προχωρημένο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C1 — επίπεδο προχωρημένο.
See all C1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κήπος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free