HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κάτοχος | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/ˈka.to.xos/

Ορισμοί

  1. αυτός που κατέχει (έχει δικό του) ένα αντικείμενο
  2. αυτός που κατέχει (ξέρει καλά) κάτι

Ισοδύναμα

English Occupant

Παραδείγματα

“Η ευθύνη που έχει ο κάτοχος ενός αξιώματος θα πρέπει να είναι απολύτως ξεκάθαρη.”

The responsibility that a holder of office has should be absolutely clear.

“※ Διαφέρει δ ̓ ἡ ναυταπάτη τῆς πειρατείας, διότι αὕτη μὲν γίγνεται διὰ βιαίας ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ κατέχοντος πρᾶγμα προσώπου, ἡ δὲ ναυταπάτη διὰ δόλου ὑπ ̓ αὐτοῦ τοῦ κατόχου πράττεται. (Νικόλαος Σαρίπολος, Σύστημα τῆς ἐν Ἑλλάδι ἰσχυούσης ποινικῆς νομοθεσίας, τόμ. 3ος, Αθήνα, Τύποις Χ.Ν. Φιλαδελφέως, σελ. 391, 1870)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κάτοχος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course