Meaning of κάτοχος | Babel Free
/ˈka.to.xos/Ορισμοί
- αυτός που κατέχει (έχει δικό του) ένα αντικείμενο
- αυτός που κατέχει (ξέρει καλά) κάτι
Ισοδύναμα
English
Occupant
Παραδείγματα
“Η ευθύνη που έχει ο κάτοχος ενός αξιώματος θα πρέπει να είναι απολύτως ξεκάθαρη.”
The responsibility that a holder of office has should be absolutely clear.
“※ Διαφέρει δ ̓ ἡ ναυταπάτη τῆς πειρατείας, διότι αὕτη μὲν γίγνεται διὰ βιαίας ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ κατέχοντος πρᾶγμα προσώπου, ἡ δὲ ναυταπάτη διὰ δόλου ὑπ ̓ αὐτοῦ τοῦ κατόχου πράττεται. (Νικόλαος Σαρίπολος, Σύστημα τῆς ἐν Ἑλλάδι ἰσχυούσης ποινικῆς νομοθεσίας, τόμ. 3ος, Αθήνα, Τύποις Χ.Ν. Φιλαδελφέως, σελ. 391, 1870)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.