Meaning of κάμαρα | Babel Free
/ˈka.ma.ɾa/Ορισμοί
- το δωμάτιο διαμονής, συνηθέστερα υπνοδωμάτιο
- γυναικείο επώνυμο
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- η σκεπαστή κατασκευή σε σχήμα τόξου
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- η καμπίνα (σε πλοίο)
- το μέρος του πέλματος του ποδιού που έχει σχήμα θόλου
-
το μικρό διαμέρισμα figuratively
- το σχετικό με το παραπάνω τμήμα ενός παπουτσιού
- η καμπή του σώματος προς τα πίσω, ώστε να σχηματίζεται μ' αυτό ένα τόξο
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.