κάγκελο
Ορισμοί
μεταλλική συνήθως κατασκευή από παράλληλες κατακόρυφες ράβδους που ενώνονται σε δύο ή περισσότερα σημεία από οριζόντιες δοκούς και χρησιμοποιείται στην περίφραξη χώρων ή μπαλκονιών
Ισοδύναμα
25 more languages
العربيةدَرَابْزُون
བོད་སྐད།ལག་འཇུ
Catalàbalustre
Češtinazábradlí
Ελληνικάκιγκλίδωμα
Gaeilgerunga
עבריתמעקה
Հայերենճաղ
ქართულირიკული
Kurdîkupeşte
LëtzebuergeschTrapegelänner
Românăbalustru
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free