HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ιερατείο | Babel Free

Ουσιαστικό CEFR B2

Ορισμοί

  1. το σύνολο / η τάξη των ιερέων ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα
  2. η ηγεσία μιας θρησκείας ή εκκλησίας

Ισοδύναμα

العربية إكْلِيرُوس
Беларуская духавенства
Ελληνικά κλήρος
English Clergy ministry
Español clerecía clero
Suomi papisto
Français calotte clergé
Galego cregaxe
Magyar papság
Bahasa Indonesia klerus
Italiano clero
日本語 聖職者
ქართული სამღვდელოება
한국어 성직자
Latina clericia clerus
Македонски клер свештенство
Nederlands clerus geestelijkheid
Português clero
Română cler
ไทย สงฆ์
Tagalog klero
Українська духове́нство причт
Tiếng Việt tăng lữ tử tế

Παραδείγματα

“※ Στη λαμπρή τελετή των Θεοφανίων ο γόνος Παπαγεωργίου έκανε το παπαδάκι κοντά στον αρχιεπίσκοπο Ιάκωβο κρατώντας θυμιατό και δικηροτρίκηρα. Φωτογραφίες του τοπικού τύπου της εποχής αποτυπώνουν το δέος του εφήβου που από τότε προαλειφόταν για το ιερατείο (Ιουστίνη Φραγκούλη-Αργύρη, Η μοναξιά ενός ασυμβίβαστου: Σπυρίδων, Αρχιεπίσκοπος Αμερικής, 1996-1999 εκδ. Εξάντας, 2000, σελ. 43)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ιερατείο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free