HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του κλήρος | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1
ˈkli.ɾos

Ορισμοί

  1. δελτίο ή άλλο αντικείμενο που χρησιμοποιείται σε μια κλήρωση
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. αυτό που παίρνει κάποιος όταν κάτι μοιράζεται με κλήρωση
  4. το μερίδιο του καθενός στη ζωή, όπως το μοίρασε ο Θεός, η μοίρα του καθενός
    figuratively
  5. τα αγροτεμάχια, κληροτεμάχια, που συνιστούν κτηματική περιουσία κάποιου
  6. το σύνολο των ιερέων

Ισοδύναμα

العربية إكْلِيرُوس
Беларуская духавенства
Ελληνικά ιερατείο
Esperanto kleriko
Español clerecía clero
Suomi papisto
Galego cregaxe
Magyar papság
Bahasa Indonesia klerus
Italiano clero
日本語 聖職者
ქართული სამღვდელოება
한국어 성직자
Kurdî lot
Latina clericia clerus
Македонски клер свештенство
Nederlands clerus geestelijkheid
Português clero
Română cler
ไทย สงฆ์
Tagalog klero
Українська духове́нство причт
Tiếng Việt tăng lữ tử tế

Παραδείγματα

“Μου έπεσε ο κλήρος.”

It fell to me.

“Near-synonym: ιερατείο n (ierateío)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κλήρος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free