HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κλήρος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1
ˈkli.ɾos

Ορισμοί

  1. δελτίο ή άλλο αντικείμενο που χρησιμοποιείται σε μια κλήρωση
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. αυτό που παίρνει κάποιος όταν κάτι μοιράζεται με κλήρωση
  4. το μερίδιο του καθενός στη ζωή, όπως το μοίρασε ο Θεός, η μοίρα του καθενός
    figuratively
  5. τα αγροτεμάχια, κληροτεμάχια, που συνιστούν κτηματική περιουσία κάποιου
  6. το σύνολο των ιερέων

Ισοδύναμα

26 more languages
العربيةإكْلِيرُوس
Беларускаядухавенства
Ελληνικάιερατείο
Esperantokleriko
Suomipapisto
Galegocregaxe
Magyarpapság
Bahasa Indonesiaklerus
Italianoclero
日本語聖職者
한국어성직자
Kurdîlot
Македонскиклерсвештенство
Portuguêsclero
Românăcler
ไทยสงฆ์
Tagalogklero
Tiếng Việttăng lữtử tế

Παραδείγματα

Μου έπεσε ο κλήρος.”

It fell to me.

“Near-synonym: ιερατείο n (ierateío)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κλήρος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free