Σημασία του θυμώνω | Babel Free
θiˈmo.noΟρισμοί
-
κυριεύομαι από θυμό, οργίζομαι intransitive
-
προκαλώ σε κάποιον θυμό, οργίζω transitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of θυμώνω.
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Θύμωσα πολύ με τα ψέματα που μου είπε.”
I got very angry with the lies s/he told me.
“Μου θύμωσε γιατί δεν την πήρα τηλέφωνο. Τώρα δε μου μιλάει πια.”
She got angry with me because I did not phone her. She won't speak to me anymore.
“Τα ψέματά σου με θύμωσαν πολύ.”
Your lies made me very angry.
“θύμωσε ο καιρός – θύμωσε η θάλασσα”
the weather became stormy – the sea became stormy
“Το απόστημα θύμωσε, γι’ αυτό πήρα αντιβιοτικό.”
The abscess flared up, so I got an antibiotic.
“Θυμώνει εύκολα, αλλά μετά του περνάει.”
“Με θυμώνει η αδιαφορία του.”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free