Meaning of επιδεινώνω | Babel Free
/e.pi.ðiˈno.no/Ορισμοί
χειροτερεύω μία κατάσταση (υγείας, οικονομίας, σχέσεων, καιρού)
Παραδείγματα
“επιδεινώνονται οι σχέσεις των δύο κρατών”
“Θα επιδεινωθεί κι άλλο ο καιρός, να δούμε με τι θα ζεσταθούμε φέτος”
“η υγεία του επιδεινώθηκε επειδή άρπαξε μέσα στο νοσοκομείο και μια ενδονοσoκομειακή λοίμωξη”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.