HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← θυμώνω — definition

Conjugation of θυμώνω

Regular CEFR C2
θiˈmo.no

προκαλώ σε κάποιον θυμό, οργίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ θυμώνω
εσύ θυμώνεις
αυτός / αυτή / αυτό θυμώνει
εμείς θυμώνουμε
εσείς θυμώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά θυμώνουν
Παρατατικός
εγώ θύμωνα
εσύ θύμωνες
αυτός / αυτή / αυτό θύμωνε
εμείς θυμώναμε
εσείς θυμώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά θύμωναν
Αόριστος
εγώ θύμωσα
εσύ θύμωσες
αυτός / αυτή / αυτό θύμωσε
εμείς θυμώσαμε
εσείς θυμώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά θύμωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα θυμώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ θυμώσω
εσύ θυμώσεις
αυτός / αυτή / αυτό θυμώσει
εμείς θυμώσουμε
εσείς θυμώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά θυμώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ θύμωνε
εσείς θυμώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ θύμωσε
εσείς θυμώστε
Απαρέμφατο αορίστου
θυμώσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary