Meaning of θεριεύω | Babel Free
/θeɾˈʝe.vo/Ορισμοί
- γίνομαι άγριος
- γίνομαι πιο άγριος και επιθετικός
- γίνομαι άγριος σαν θηρίο από θυμό
- αναπτύσσομαι γρήγορα και παίρνω υπερβολικά μεγάλες διαστάσεις
- δυναμώνω απειλητικά
- γίνομαι πιο δυνατός, πιο γενναίος
- ανακτώ τις δυνάμεις μου, εντείνω τις δυνάμεις μου μπροστά σε κίνδυνο
- γιγαντώνομαι, μεγαλώνω
Παραδείγματα
“Δυο μήνες είχε να πατήσει στο χτήμα με τις ελιές και βρήκε τα χορτάρια να έχουν θεριέψει.”
“θέριεψε το κύμα, η θάλασσα αγρίεψε”
“θεριεύει η αγάπη, ο πόνος”
“Ξεκίνησε με ένα μικρό μαγαζάκι και μετά οι δουλειές του θέριεψαν κι έγινε μεγαλοεπιχειρηματίας.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.