HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ηγεμονία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
i.ʝe.moˈni.a

Ορισμοί

  1. το να ηγεμονεύει κανείς, να έχει τον έλεγχο της κατάστασης, να κυριαρχεί
  2. το κράτος ή η περιοχή που διοικείται από έναν ηγεμόνα

Ισοδύναμα

41 more languages
العربيةسيطرةهيمنة
Azərbaycan diliüstünlük
Българскиначало
Esperantoprinclando
Gaeilgeprionsacht
Bahasa Indonesiakepangeranan
ភាសាខ្មែរអនុត្តរភាព
മലയാളംആധിപത്യം
Slovenčinahegemónia
Тоҷикӣҳукмронӣ

Παραδείγματα

“η σπαρτιατική ηγεμονία”

the Spartan hegemony

“η ηγεμονία του Μονακό”

the Principality of Monaco

“Παραδουνάβιες Ηγεμονίες: Η Βλαχία και η Μολδαβία ως ημιαυτόνομες περιοχές που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και διοικούνταν από έναν ηγεμόνα που διόριζε ο Σουλτάνος”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ηγεμονία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free