HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ηγεμονία | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/i.ʝe.moˈni.a/

Ορισμοί

  1. το να ηγεμονεύει κανείς, να έχει τον έλεγχο της κατάστασης, να κυριαρχεί
  2. το κράτος ή η περιοχή που διοικείται από έναν ηγεμόνα

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“η σπαρτιατική ηγεμονία”

the Spartan hegemony

“η ηγεμονία του Μονακό”

the Principality of Monaco

“Παραδουνάβιες Ηγεμονίες: Η Βλαχία και η Μολδαβία ως ημιαυτόνομες περιοχές που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και διοικούνταν από έναν ηγεμόνα που διόριζε ο Σουλτάνος”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ηγεμονία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course