Meaning of ηγεμονία | Babel Free
/i.ʝe.moˈni.a/Ορισμοί
- το να ηγεμονεύει κανείς, να έχει τον έλεγχο της κατάστασης, να κυριαρχεί
- το κράτος ή η περιοχή που διοικείται από έναν ηγεμόνα
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“η σπαρτιατική ηγεμονία”
the Spartan hegemony
“η ηγεμονία του Μονακό”
the Principality of Monaco
“Παραδουνάβιες Ηγεμονίες: Η Βλαχία και η Μολδαβία ως ημιαυτόνομες περιοχές που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και διοικούνταν από έναν ηγεμόνα που διόριζε ο Σουλτάνος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.