Meaning of ζεύξη | Babel Free
/ˈzef.ksi/Ορισμοί
- η ένωση μεταξύ δύο αντικειμένων ή ακόμα και ζώων, π.χ. για το όργωμα
- η σύνδεση δύο οχημάτων ή άλλων μηχανημάτων με σκοπό την παράλληλη λειτουργία τους
- η κατασκευή γέφυρας που ενώνει δύο αντίπερα όχθες
- συνώνυμο κανάλι
Ισοδύναμα
English
connection
Παραδείγματα
“το έργο της ζεύξης Ρίου - Αντιρρίου ολοκληρώθηκε ταχύτατα”
“※ γνωστοποιημένη μετάδοση δεδομένων βασικής ζεύξης”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.