Meaning of ευωδία | Babel Free
/e.voˈði.a/Ορισμοί
- ευχάριστη μυρωδιά
-
ευχάριστη μυρωδιά, λόγιος τύπος του ευωδιά formal
- γυναικείο επώνυμο θηλυκό του Ευωδιάς
Παραδείγματα
“από την κουζίνα έρχονταν ευωδιές που μας γαργαλούσαν τη μύτη”
“※ Ήταν πραγματικά το πρώτο καλοκαιρινό βράδυ της χρονιάς. Είχε λουστεί και τα μαλλιά στέγνωναν, χωρίς να χρειάζεται σεσουάρ, φορούσε αμάνικες πιτζάμες και δεν κρύωνε, αλλά απολάμβανε κάτι ήπιους κυματισμούς αέρα που έρχονταν πότε πότε φέρνοντας ευχάριστες μυρωδιές: μια απλωμένη μπουγάδα, ένα φρεσκομαγειρεμένο φαγητό, αδιόρατες ευωδιές λουλουδιών. (Το πρώτο βράδυ του καλοκαιριού, Εφημερίδα των Συντακτών, 29/5/2022 https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/345888_proto-brady-toy-kalokairioy)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.