επόπτης
Ορισμοί
- ανδρικό όνομα
- πρόσωπο που ασκεί την εποπτεία χώρου ή διαδικασίας, που εποπτεύει
- ο ανώτερος ιεραρχικά αξιωματικός που φροντίζει για την ασφάλεια και τη διοίκηση ενός στρατοπέδου για κάποιο χρονικό διάστημα
- βοηθός διαιτητή που εποπτεύει αν η μπάλα βγήκε έξω από τις πλαϊνές γραμμές του γηπέδου και συνδράμει γενικά το έργο του διαιτητή
Ισοδύναμα
24 more languages
Παραδείγματα
“Ο επόπτης έλεγξε προσεκτικά τη λειτουργία του εργοστασίου.”
The supervisor carefully checked the operation of the factory.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free