Meaning of εισροή | Babel Free
/iz.roˈi/Ορισμοί
- η ροή νερού ή άλλου υγρού προς τα μέσα
-
η εισαγωγή διαφόρων αγαθών ή χρήματος από διάφορες χώρες προς μία άλλη figuratively
Παραδείγματα
“※ Το καταδυτικό, το οποίο εξακολουθεί να παρουσιάζει ελεγχόμενη εισροή υδάτων που αντιμετωπίζεται με ίδια απαντλητικά μέσα, τελεί υπό απαγόρευση απόπλου. (* Εφημερίδα των συντακτών)”
“※ Η Ισλανδία εξασφαλίζει εισροή ξένου συναλλάγματος από την αλιεία και την αύξηση της τουριστικής κίνησης. (* enet.gr)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.