δυσπιστία
Ορισμοί
η ιδιότητα του δύσπιστου, το να είναι κάποιος δύσπιστος
Ισοδύναμα
27 more languages
Παραδείγματα
“Η δυσπιστία του απέναντι στους ξένους ήταν εμφανής.”
His distrust of strangers was evident.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free