Σημασία του δυσπιστία | Babel Free
Ορισμοί
η ιδιότητα του δύσπιστου, το να είναι κάποιος δύσπιστος
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Η δυσπιστία του απέναντι στους ξένους ήταν εμφανής.”
His distrust of strangers was evident.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free