HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σκεπτικισμός | Babel Free

Noun masculine CEFR C1

Ορισμοί

  1. φιλοσοφικό σύστημα που αρνείται τη δυνατότητα της γνώσης γενικά ισχυουσών αληθειών
  2. το να είναι κανείς διστακτικός
  3. το να είναι κανείς αρνητικός σε επικρατούσα πολιτική (πχ. ευρωσκεπτικισμός)

Ισοδύναμα

English Disbelief

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σκεπτικισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course