HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του δανείζω | Babel Free

Ρήμα CEFR C2 Specialized
ðaˈni.zo

Ορισμοί

  1. δίνω προσωρινά σε κάποιον κάτι, συνήθως που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει
  2. δίνω σε κάποιον χρήματα και αυτός έχει υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με τόκο
  3. προσφέρω κάτι που μου ανήκει
    figuratively

Conjugation

Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of δανείζω.

Full conjugation → Practice this verb →

Ισοδύναμα

العربية أعار دخيل دين سلف
Čeština úvěrový
English lend lend loan loan
Español prestar prestar
Suomi lainata
Français prêter prêter
עברית הלווה
हिन्दी उधार देना
Íslenska lána lána
Italiano prestare prestare
한국어
Nederlands uitlenen
Svenska försträcka
Türkçe ödünç vermek
Tiếng Việt vay mượn

Παραδείγματα

Του δάνεισα το βιβλίο μου.”
“Η τράπεζά μας σας δανείζει με τα χαμηλότερα επιτόκια της αγοράς.”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη δανείζω σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free