Meaning of δανείζω | Babel Free
/ðaˈni.zo/Ορισμοί
- δίνω προσωρινά σε κάποιον κάτι, συνήθως που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει
- δίνω σε κάποιον χρήματα και αυτός έχει υποχρέωση να μου τα επιστρέψει με τόκο
-
προσφέρω κάτι που μου ανήκει figuratively
Παραδείγματα
“Του δάνεισα το βιβλίο μου.”
“Η τράπεζά μας σας δανείζει με τα χαμηλότερα επιτόκια της αγοράς.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.