HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← δανείζω — definition

Conjugation of δανείζω

Regular CEFR C2
ðaˈni.zo

δίνω προσωρινά σε κάποιον κάτι, συνήθως που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δανείζω
εσύ δανείζεις
αυτός / αυτή / αυτό δανείζει
εμείς δανείζουμε
εσείς δανείζετε
αυτοί / αυτές / αυτά δανείζουν
Παρατατικός
εγώ δάνειζα
εσύ δάνειζες
αυτός / αυτή / αυτό δάνειζε
εμείς δανείζαμε
εσείς δανείζατε
αυτοί / αυτές / αυτά δάνειζαν
Αόριστος
εγώ δάνεισα
εσύ δάνεισες
αυτός / αυτή / αυτό δάνεισε
εμείς δανείσαμε
εσείς δανείσατε
αυτοί / αυτές / αυτά δάνεισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δανείσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δανείσω
εσύ δανείσεις
αυτός / αυτή / αυτό δανείσει
εμείς δανείσουμε
εσείς δανείσετε
αυτοί / αυτές / αυτά δανείσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ δάνειζε
εσείς δανείζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δάνεισε
εσείς δανείστε
Απαρέμφατο αορίστου
δανείσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ δανείζομαι
εσύ δανείζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό δανείζεται
εμείς δανειζόμαστε
εσείς δανείζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά δανείζονται
Παρατατικός
εγώ δανειζόμουν
εσύ δανειζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό δανειζόταν
εμείς δανειζόμασταν
εσείς δανειζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά δανείζονταν
Αόριστος
εγώ δανείστηκα
εσύ δανείστηκες
αυτός / αυτή / αυτό δανείστηκε
εμείς δανειστήκαμε
εσείς δανειστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά δανείστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα δανειστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ δανειστώ
εσύ δανειστείς
αυτός / αυτή / αυτό δανειστεί
εμείς δανειστούμε
εσείς δανειστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά δανειστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς δανείζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ δανείσου
εσείς δανειστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
δανειστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary