Conjugation of δανείζω
ðaˈni.zoδίνω προσωρινά σε κάποιον κάτι, συνήθως που μου ανήκει και αυτός έχει την υποχρέωση να μου το επιστρέψει Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δανείζω |
| εσύ | δανείζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δανείζει |
| εμείς | δανείζουμε |
| εσείς | δανείζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δανείζουν |
Παρατατικός
| εγώ | δάνειζα |
| εσύ | δάνειζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δάνειζε |
| εμείς | δανείζαμε |
| εσείς | δανείζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δάνειζαν |
Αόριστος
| εγώ | δάνεισα |
| εσύ | δάνεισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δάνεισε |
| εμείς | δανείσαμε |
| εσείς | δανείσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δάνεισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δανείσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δανείσω |
| εσύ | δανείσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | δανείσει |
| εμείς | δανείσουμε |
| εσείς | δανείσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δανείσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | δάνειζε |
| εσείς | δανείζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δάνεισε |
| εσείς | δανείστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δανείσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | δανείζομαι |
| εσύ | δανείζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | δανείζεται |
| εμείς | δανειζόμαστε |
| εσείς | δανείζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δανείζονται |
Παρατατικός
| εγώ | δανειζόμουν |
| εσύ | δανειζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | δανειζόταν |
| εμείς | δανειζόμασταν |
| εσείς | δανειζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δανείζονταν |
Αόριστος
| εγώ | δανείστηκα |
| εσύ | δανείστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | δανείστηκε |
| εμείς | δανειστήκαμε |
| εσείς | δανειστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δανείστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα δανειστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | δανειστώ |
| εσύ | δανειστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | δανειστεί |
| εμείς | δανειστούμε |
| εσείς | δανειστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | δανειστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | δανείζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | δανείσου |
| εσείς | δανειστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | δανειστεί |