Meaning of δανείζων | Babel Free
/ðaˈni.zon/Ορισμοί
που δανείζει, χορηγεί ένα δάνειο
formal
Παραδείγματα
“※ Δεν επιβάλλεται δηλαδή, κατά τη γράφουσα, σύμφωνα με τις διατάξεις του ενωσιακού και εθνικού δικαίου η φύση του νομικού δεσμού μεταξύ δανείζοντα και δανειζόμενου στις περιπτώσεις δανεισμού τεχνικής ικανότητας και επαγγελματικών προσόντων να είναι άνευ ετέρου αυτή της υπεργολαβίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η μη εικονικότητα του δανεισμού.”
“Η δανείζουσα δηλαδή εταιρία, της οποίας το ΜΕΕΠ στελεχώνουν τα επιμέρους ΜΕΚ, δεν αναλαμβάνει να κατασκευάσει τμήμα του δημοπρατούμενου έργου.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.