Meaning of γυρεύω | Babel Free
/ʝiˈɾe.vo/Ορισμοί
- ζητώ
- ψάχνω
Παραδείγματα
“πάω γυρεύοντας”
to ask for trouble, to ask for it, to look for trouble
“Καιγώ, καἰγὼ τὸ σίδηρον // γυρεύω (Α. Κάλβος, Εις δόξαν, ΙΕ)”
“τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;”
“σου γύρεψα ένα ποτήρι νερό και δε μου το 'δωσες”
“θα πάω να τη γυρέψω απ' τους δικούς της”
“-Τι γυρεύεις; - Έχω χάσει τα γυαλιά μου. Τα είδες πουθενά;”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.