HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← γυρεύω — definition

Conjugation of γυρεύω

Regular CEFR C2
ʝiˈɾe.vo

ψάχνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γυρεύω
εσύ γυρεύεις
αυτός / αυτή / αυτό γυρεύει
εμείς γυρεύουμε
εσείς γυρεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά γυρεύουν
Παρατατικός
εγώ γύρευα
εσύ γύρευες
αυτός / αυτή / αυτό γύρευε
εμείς γυρεύαμε
εσείς γυρεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά γύρευαν
Αόριστος
εγώ γύρεψα
εσύ γύρεψες
αυτός / αυτή / αυτό γύρεψε
εμείς γυρέψαμε
εσείς γυρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά γύρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γυρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γυρέψω
εσύ γυρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό γυρέψει
εμείς γυρέψουμε
εσείς γυρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά γυρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ γύρευε
εσείς γυρεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γύρεψε
εσείς γυρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
γυρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ γυρεύομαι
εσύ γυρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό γυρεύεται
εμείς γυρευόμαστε
εσείς γυρεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά γυρεύονται
Παρατατικός
εγώ γυρευόμουν
εσύ γυρευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό γυρευόταν
εμείς γυρευόμασταν
εσείς γυρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά γυρεύονταν
Αόριστος
εγώ γυρεύτηκα
εσύ γυρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό γυρεύτηκε
εμείς γυρευτήκαμε
εσείς γυρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά γυρεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα γυρευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ γυρευτώ
εσύ γυρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό γυρευτεί
εμείς γυρευτούμε
εσείς γυρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά γυρευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς γυρεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ γυρέψου
εσείς γυρευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
γυρευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary