Meaning of γογγύλι | Babel Free
/ɣoŋˈɟili/Ορισμοί
- ποώδες φυτό της οικογένειας των Σταυρανθών, συγγενές του λάχανου
- ονομασία που έχει κάθε φαγώσιμος, λευκός ή κίτρινος, βολβός λαχανικού καθώς και το λαχανικό που έχει τέτοιο βολβό
Παραδείγματα
“άλλες ονομασίες: ρέβα, ράπα, ραφανοκράμβη”
“τα γογγύλια έχουν μεγάλη θρεπτική αξία”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.