Σημασία του γενίκευση | Babel Free
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γενικεύω
- το να γενικεύεται κάτι, η εξάπλωση
Ισοδύναμα
العربية
تعميم
Беларуская
абагульненне
Català
generalització
Dansk
generalisering
English
Generalization
Galego
xeneralización
हिन्दी
सामान्यीकरण
Italiano
generalizzazione
Bahasa Melayu
pengitlakan
Português
generalização
Română
generalizare
Svenska
generalisering
Türkçe
genelleme
Українська
узага́льнення
Παραδείγματα
“οι γενικεύσεις δεν μας βοηθούν να κατανοήσουμε την ουσία του θέματος”
“το Συμβούλιο Ασφαλείας προσπαθεί να σταματήσει τη γενίκευση των εχθροπραξιών”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free