γενίκευση
Ορισμοί
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γενικεύω
- το να γενικεύεται κάτι, η εξάπλωση
Ισοδύναμα
23 more languages
العربيةتعميم
Беларускаяабагульненне
Catalàgeneralització
Danskgeneralisering
Galegoxeneralización
हिन्दीसामान्यीकरण
Italianogeneralizzazione
Bahasa Melayupengitlakan
Portuguêsgeneralização
Românăgeneralizare
Svenskageneralisering
Türkçegenelleme
Українськаузага́льнення
Παραδείγματα
“οι γενικεύσεις δεν μας βοηθούν να κατανοήσουμε την ουσία του θέματος”
“το Συμβούλιο Ασφαλείας προσπαθεί να σταματήσει τη γενίκευση των εχθροπραξιών”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free