Meaning of βυσσινιά | Babel Free
/vi.siˈɲa/Ορισμοί
μια ποικιλία της κερασιάς, (είδος Prunus cerasus), με μεγάλα ελλειψοειδή φύλλα και μικρούς κόκκινους καρπούς οι οποίοι είναι πιο ξινοί από τα κεράσια και χρησιμοποιούνται κυρίως στο μαγείρεμα
Ισοδύναμα
English
sour cherry
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.