HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βύσσινο

Ουσιαστικό CEFR B1
ˈvi.si.no

Ορισμοί

  1. ο μικρός σφαιρικός καρπός του δέντρου της βυσσινιάς (Prunus cerasus)
  2. είδος γλυκού που παρασκευάζεται από βύσσινα

Ισοδύναμα

28 more languages
Българскивишна
Bosanskivisina
Ελληνικάβυσσινιά
Esperantogrioto
فارسیآلبالو
Hrvatskivisina
Հայերենբալբալենի
Bahasa Indonesiakersen
ქართულიალუბალი
Македонскивишна
Polskiwiśnia
Русскийвишня
Slovenčinavišňa
Српскиvisina
Українськавишня

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βύσσινο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free