Meaning of βραχίονας | Babel Free
/vɾaˈçi.o.nas/Ορισμοί
- το ανώτερο τμήμα του χεριού, από τον ώμο μέχρι τον αγκώνα
- μηχανικό χέρι, τμήμα μηχανήματος
- οτιδήποτε μοιάζει με χέρι
- το ένα από τα δύο στελέχη που συγκρατούν τα γυαλιά οράσεως στο αφτί
Ισοδύναμα
English
upper arm
Παραδείγματα
“※ Ο άντρας που μέχρι τώρα στεκόταν με ακουμπισμένο τον βραχίονα στη γωνιά του καθίσματος ζυγώνει πιο κοντά το πρόσωπο. (Γιάννης Γουδέλης, Μικρή μετανάστευση σε μεγάλη ηλικία)”
“ο βραχίονας του λιμανιού”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.