Meaning of βινιέτα | Babel Free
/viˈɲe.ta/Ορισμοί
- σχεδίασμα που χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό στην αρχή ή στο τέλος κεφαλαίων βιβλίων ή ως πλαίσιο των σελίδων
- εγχάρακτο κόσμημα, με κλάδους, φύλλα και άλλα περίτεχνα σχήματα, που συνήθως μπαίνει στην αρχή των κεφαλαίων ενός βιβλίου
- σήμα (συχνά αυτοκόλλητο) με περίτεχνη σχεδίαση για την αποφυγή παραχάραξης, το οποίο μπαίνει σε διαβατήρια, άδειες κ.λπ.
- το σχέδιο που περιέχει ένα πλαίσιο σε σειρά σχεδίων κόμιξ
Παραδείγματα
“※ Ένα φτενό δεκαεξασέλιδο τεύχος με βυσσινί εξώφυλλο και τρία φύλλα κισσού για βινιέτα. (Α. Βλαβιανού, «"Φυλλάδιο" – η επίπεδη επιφάνεια της σφαίρας», εφημερδία Η Καθημερινή (Αθήνα), ένθετο «Επτά Ημέρες», 13 Φεβρ. 2005)”
“※ Εφ' όσον η βινιέτα της άδειας που κολλιέται στο διαβατήριο είναι σε ισχύ. (Α. Φωτιάδης, «Χωρίς προξενικές υπηρεσίες εκατοντάδες Σύροι στην Ελλάδα», εφημ. Η Καθημερινή (Αθήνα), 23 Ιαν. 2013)”
“※ Τo κάδρo ή βινιέτα «απoτελεί τη στoιχειώδη αφηγηματική μoνάδα» των κόμικς. (Γ. Σκαρπέλος, Ιστορική μνήμη και ελληνικότητα στα κόμικς, Αθήνα 2000)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.