HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βινιέτα

Ουσιαστικό CEFR B1
viˈɲe.ta

Ορισμοί

  1. σχεδίασμα που χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό στην αρχή ή στο τέλος κεφαλαίων βιβλίων ή ως πλαίσιο των σελίδων
  2. εγχάρακτο κόσμημα, με κλάδους, φύλλα και άλλα περίτεχνα σχήματα, που συνήθως μπαίνει στην αρχή των κεφαλαίων ενός βιβλίου
  3. σήμα (συχνά αυτοκόλλητο) με περίτεχνη σχεδίαση για την αποφυγή παραχάραξης, το οποίο μπαίνει σε διαβατήρια, άδειες κ.λπ.
  4. το σχέδιο που περιέχει ένα πλαίσιο σε σειρά σχεδίων κόμιξ

Ισοδύναμα

EnglishVignette
Españolviñeta
Françaisvignette
14 more languages
Българскивинетка
Catalàvinyeta
Češtinaviněta
Esperantovinjeto
Magyarvignetta
한국어작은 삽화
Русскийвиньетка
Svenskavinjett
Türkçevinyet

Παραδείγματα

“※ Ένα φτενό δεκαεξασέλιδο τεύχος με βυσσινί εξώφυλλο και τρία φύλλα κισσού για βινιέτα. (Α. Βλαβιανού, «"Φυλλάδιο" – η επίπεδη επιφάνεια της σφαίρας», εφημερδία Η Καθημερινή (Αθήνα), ένθετο «Επτά Ημέρες», 13 Φεβρ. 2005)”
“※ Εφ' όσον η βινιέτα της άδειας που κολλιέται στο διαβατήριο είναι σε ισχύ. (Α. Φωτιάδης, «Χωρίς προξενικές υπηρεσίες εκατοντάδες Σύροι στην Ελλάδα», εφημ. Η Καθημερινή (Αθήνα), 23 Ιαν. 2013)”
“※ Τo κάδρo ή βινιέτα «απoτελεί τη στoιχειώδη αφηγηματική μoνάδα» των κόμικς. (Γ. Σκαρπέλος, Ιστορική μνήμη και ελληνικότητα στα κόμικς, Αθήνα 2000)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βινιέτα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free