HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βαμβάκι

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
vaɱˈva.ci

Ορισμοί

  1. το φυτό βαμβακιά
  2. η ίνα που προέρχεται από το φυτό και χρησιμοποιείται στην κλωστοϋφαντουργία
  3. φαρμακευτικό υλικό για την επάλειψη του δέρματος με απολυμαντικά υγρά

Ισοδύναμα

31 more languages

Παραδείγματα

“Το βαμβάκι καλλιεργείται πολύ στη Θεσσαλία.”

Cotton is grown extensively in Thessaly.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βαμβάκι σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free