βαμβακερός
Ορισμοί
ο φτιαγμένος από βαμβάκι.
Ισοδύναμα
19 more languages
Ελληνικάβαμβάκι
Suomipuuvillainen
한국어纊
Nederlandskatoen
Portuguêsalgodão
Українськабавовняний
Tiếng Việtbông
中文棉
繁體中文棉
Παραδείγματα
“κλωστή βαμβακερή (cotton thread)”
“βαμβακερές μπλούζες (cotton shirts)”
“τα βαμβακερά υφάσματα είναι πολύ άνετα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free