Σημασία του βαλτώνω | Babel Free
Ορισμοί
- μετατρέπομαι σε βάλτο
- περιέρχομαι σε κατάσταση στασιμότητας
Ισοδύναμα
Ελληνικά
τελματώνω
日本語
泥沼化
Polski
blokować
grzęznąć
lgnąć
stanąć
stawać
tkwić
ugrzęznąć
utknąć
utkwić
utykać
zablokować
zaklinować
zatrzymać
zatrzymywać
Українська
загрузнути
Παραδείγματα
“βάλτωσαν οι αλλαγές στο φορολογικό λόγω πολιτικής ατολμίας”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free