HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of βήχας | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized
/ˈvi.xas/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. απότομη και σπασμωδική εκπνοή αέρα από τους πνεύμονες που συνοδεύεται από τραχύ ήχο
  3. ο ήχος που παράγεται με την παραπάνω εκπνοή
    figuratively
  4. η αμηχανία
    figuratively

Ισοδύναμα

English cough

Παραδείγματα

“O ήδη «εξαρτημένος» από την «κακιά συνήθεια» γνωρίζει ήδη το... αυτονόητο, πώς δηλαδή το κάπνισμα «βλάπτει σοβαρά την υγεία» - του το λένε οι γιατροί (ακόμη... και αυτοί που καπνίζουν αρειμανίως!), το αντιλαμβάνεται επί καθημερινής βάσεως και ο ίδιος, με τις δύσπνοιες, τα αγκομαχητά του αν κάνει πέντε βήματα παραπάνω, τους θηριώδεις βήχες, το «βράσιμο» του στήθους του κάθε βράδυ που πέφτει για ύπνο. (*)”
“τον έπιασε βήχας γιατί δεν ήξερε τι να πει”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See βήχας used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course