HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του βήχας | Babel Free

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
ˈvi.xas

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. απότομη και σπασμωδική εκπνοή αέρα από τους πνεύμονες που συνοδεύεται από τραχύ ήχο
  3. ο ήχος που παράγεται με την παραπάνω εκπνοή
    figuratively
  4. η αμηχανία
    figuratively

Ισοδύναμα

Čeština kašel kašel kašlat
Deutsch anhusten husten Husten Kasel Tussis
Ελληνικά βήξιμο βήχω
English cough cough cough Coughing coughing
Esperanto tuso
Español tos toser
Français tousser toux toux
Gàidhlig casadaich
हिन्दी खाँसी
Magyar köhögés
Italiano tosse tossire
日本語 咳嗽
한국어
Kurdî host hoşt koh koh
Latina tussiens
Nederlands gekuch hoest hoesten kuchen
Polski kasłać kaszel kaszleć pastylka
Português tosse tosse
Русский кашель кашлять
Slovenčina kašeľ
Svenska host hostning
Türkçe öksürük

Παραδείγματα

“O ήδη «εξαρτημένος» από την «κακιά συνήθεια» γνωρίζει ήδη το... αυτονόητο, πώς δηλαδή το κάπνισμα «βλάπτει σοβαρά την υγεία» - του το λένε οι γιατροί (ακόμη... και αυτοί που καπνίζουν αρειμανίως!), το αντιλαμβάνεται επί καθημερινής βάσεως και ο ίδιος, με τις δύσπνοιες, τα αγκομαχητά του αν κάνει πέντε βήματα παραπάνω, τους θηριώδεις βήχες, το «βράσιμο» του στήθους του κάθε βράδυ που πέφτει για ύπνο. (*)”
“τον έπιασε βήχας γιατί δεν ήξερε τι να πει”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βήχας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free