HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

βήχας

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
ˈvi.xas

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. απότομη και σπασμωδική εκπνοή αέρα από τους πνεύμονες που συνοδεύεται από τραχύ ήχο
  3. ο ήχος που παράγεται με την παραπάνω εκπνοή
    figuratively
  4. η αμηχανία
    figuratively

Ισοδύναμα

Españoltostoser
Françaistoussertoux
21 more languages
Češtinakašelkašlat
Ελληνικάβήξιμοβήχω
Esperantotuso
Gàidhligcasadaich
हिन्दीखाँसी
Italianotossetossire
日本語咳嗽
한국어
Latinatussiens
Nederlandsgekuchhoesthoestenkuchen
Portuguêstosse
Slovenčinakašeľ
Türkçeöksürük

Παραδείγματα

“O ήδη «εξαρτημένος» από την «κακιά συνήθεια» γνωρίζει ήδη το... αυτονόητο, πώς δηλαδή το κάπνισμα «βλάπτει σοβαρά την υγεία» - του το λένε οι γιατροί (ακόμη... και αυτοί που καπνίζουν αρειμανίως!), το αντιλαμβάνεται επί καθημερινής βάσεως και ο ίδιος, με τις δύσπνοιες, τα αγκομαχητά του αν κάνει πέντε βήματα παραπάνω, τους θηριώδεις βήχες, το «βράσιμο» του στήθους του κάθε βράδυ που πέφτει για ύπνο. (*)”
τον έπιασε βήχας γιατί δεν ήξερε τι να πει

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη βήχας σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free