Σημασία του α- | Babel Free
ˈaΟρισμοί
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“α- (a-) + βάσιμος (vásimos, “reliable”) → αβάσιμος (avásimos, “unreliable”)”
“ά- (á-) + μέτρο (métro, “measure”) → άμετρος (ámetros, “countless”)”
“αν- (an-) + αλάτι (aláti, “salt”) → ανάλατος (análatos, “unsalted”)”
“άβουλος, απέραντος, αναξιόπιστος, ανεδαφικός”
“ΜΟΡΦΕΣ: α- / ά-, αν- / άν- (πριν από φωνήεν) και ανα- / ανά-, ανε- / ανέ-, ανη- / ανή- για λέξεις που αρχίζουν από α, ε, η”
“< αρχαίο στερητικό ἀν- < μεταπτωτική βαθμίδα από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ne-. Δείτε και νη-.”
“αδελφός, ακόλουθος, αθρόος, άπας”
“< αρχαία ελληνική ἁ- (αργότερα ἀ-) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sem- (ένας), όπως κανονικά με δασεία (π.χ. ἁπλοῦς, ἅπας) ή με ψιλή λόγω ανομοίωσης ή αναλογίας (π.χ. ἀδελφός, ἀθρόος)”
“ασκελής, αχανής, ατενής”
“λυγαριά > αλυγαριά, μάχη > αμάχη, ιταλική lisciva > αλισίβα”
“< (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀ- προτακτικό < συμπροφορά με λέξεις που τελειώνουν σε -α (όπως μια, ένα, να).”
“α- αρκτικό (λαϊκότροπο) με αλλαγή του αρκτικού φωνήεντος”
“άβουλος”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free