HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

α-

Φράση CEFR C2
ˈa

Ορισμοί

  1. τονισμένη μορφή του α-
  2. α- στερητικό πρόθημα, που δηλώνει έλλειψη, απουσία, στέρηση.
  3. α- αθροιστικό πρόθημα, που δηλώνει κατά το όμοιο, ή μαζί με άλλο
  4. α- επιτατικό πρόθημα, που δηλώνει επίταση της κυρίας έννοιας
  5. α- προτακτικό (λαϊκότροπο) που προτάσσεται σε λέξεις πριν από σύμφωνο

Ισοδύναμα

Españolen-in-
Françaisin-
21 more languages
العربيةلا
Catalàin-
Češtinai-in-ne-
Deutschin-un-
Esperantomal-
Galegoen-
Italianoin-
日本語
한국어
Kurdîna-لا
Latinain-
Nederlandsin-
Polskinie-
Portuguêsin-
Românăne-
Русскийне-ни-
Српскине-
Türkçena-
Українськане-
Tiếng Việtphi

Παραδείγματα

“α- (a-) + βάσιμος (vásimos, “reliable”) → αβάσιμος (avásimos, “unreliable”)”
“ά- (á-) + μέτρο (métro, “measure”) → άμετρος (ámetros, “countless”)”
“αν- (an-) + αλάτι (aláti, “salt”) → ανάλατος (análatos, “unsalted”)”
“άβουλος, απέραντος, αναξιόπιστος, ανεδαφικός”
ΜΟΡΦΕΣ: α- / ά-, αν- / άν- (πριν από φωνήεν) και ανα- / ανά-, ανε- / ανέ-, ανη- / ανή- για λέξεις που αρχίζουν από α, ε, η”
“< αρχαίο στερητικό ἀν- < μεταπτωτική βαθμίδα από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ne-. Δείτε και νη-.”
“αδελφός, ακόλουθος, αθρόος, άπας”
“< αρχαία ελληνική ἁ- (αργότερα ἀ-) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sem- (ένας), όπως κανονικά με δασεία (π.χ. ἁπλοῦς, ἅπας) ή με ψιλή λόγω ανομοίωσης ή αναλογίας (π.χ. ἀδελφός, ἀθρόος)”
“ασκελής, αχανής, ατενής”
“λυγαριά > αλυγαριά, μάχη > αμάχη, ιταλική lisciva > αλισίβα”
“< (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀ- προτακτικό < συμπροφορά με λέξεις που τελειώνουν σε -α (όπως μια, ένα, να).”
“α- αρκτικό (λαϊκότροπο) με αλλαγή του αρκτικού φωνήεντος”
“άβουλος”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη α- σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free