Meaning of αψίκορος | Babel Free
/aˈpsi.ko.ɾos/Ορισμοί
- οξύθυμος, ευέξαπτος
-
που χορταίνει γρήγορα formal
-
αυτός που αλλάζει γρήγορα ορέξεις και επιθυμίες figuratively
Παραδείγματα
“※ Ὅταν ἔρθει τὸ Πάσχα καὶ οἱ μεγάλες ἐθνικὲς ἑορτὲς οἱ ρομαντικῶς ἁψίκοροι Ἕλληνες «τὸ καῖνε». (Ν(ίκος) Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ποιητική συλλογή Τὸ βαθὺ πηγάδι ἢ ἐκρήξεις συναφῶν φωτοβολίδων, Ἀθήνα 1989)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.