HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αψίκορος | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/aˈpsi.ko.ɾos/

Ορισμοί

  1. οξύθυμος, ευέξαπτος
  2. που χορταίνει γρήγορα
    formal
  3. αυτός που αλλάζει γρήγορα ορέξεις και επιθυμίες
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Ὅταν ἔρθει τὸ Πάσχα καὶ οἱ μεγάλες ἐθνικὲς ἑορτὲς οἱ ρομαντικῶς ἁψίκοροι Ἕλληνες «τὸ καῖνε». (Ν(ίκος) Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ποιητική συλλογή Τὸ βαθὺ πηγάδι ἢ ἐκρήξεις συναφῶν φωτοβολίδων, Ἀθήνα 1989)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αψίκορος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course