HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of επιπόλαιος | Babel Free

Adjective feminine CEFR C2 Specialized
/e.piˈpo.le.os/

Ορισμοί

  1. που δεν σκέπτεται σοβαρά πριν κάνει κάτι, απερίσκεπτος
  2. που γίνεται απερίσκεπτα ή χωρίς την απαιτούμενη προσοχή, πρόχειρος, επιφανειακός
  3. χωρίς βάθος, ασήμαντος
  4. επιφανειακός, ασήμαντος, όχι σοβαρός

Ισοδύναμα

English Volatile

Παραδείγματα

“※ Χωρίς να έχει κακές προθέσεις, η Νάνσυ δεν παύει να είναι αγνώμων και επιπόλαια. (Ελίζα-Άννα Δελβερούδη, Οι Νέοι στις κωμωδίες του Ελληνικού Κινηματογράφου: (1948-1974), 2004, σελ. 421)”
“επιπόλαιο αίσθημα”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See επιπόλαιος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course