HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of αυλός | Babel Free

Noun masculine CEFR B1
/avˈlos/

Ορισμοί

  1. πνευστό μουσικό όργανο, που αποτελείται από καλάμι ή μακρόστενο σωλήνα από άλλο υλικό, μέσα στα οποία φυσάει ο αυλητής, ενώ συγχρόνως πιέζει με τα δάχτυλά του τις τρύπες που έχει ο σωλήνας
  2. ανδρικό όνομα
  3. κάθε είδος φλάουτου
    general
  4. οτιδήποτε μοιάζει με αυλό: εργαλείο, εξάρτημα μηχανής κ.λπ.
    figuratively
  5. κοιλότητα ή σωληνοειδής αγωγός σε κάποιον οργανισμό
  6. το καμινέτο

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“«Ο Μαγικός Αυλός»”

The Magic Flute (1791 opera by Mozart)

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See αυλός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course