Meaning of αυλός | Babel Free
/avˈlos/Ορισμοί
- πνευστό μουσικό όργανο, που αποτελείται από καλάμι ή μακρόστενο σωλήνα από άλλο υλικό, μέσα στα οποία φυσάει ο αυλητής, ενώ συγχρόνως πιέζει με τα δάχτυλά του τις τρύπες που έχει ο σωλήνας
- ανδρικό όνομα
-
κάθε είδος φλάουτου general
-
οτιδήποτε μοιάζει με αυλό: εργαλείο, εξάρτημα μηχανής κ.λπ. figuratively
- κοιλότητα ή σωληνοειδής αγωγός σε κάποιον οργανισμό
- το καμινέτο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“«Ο Μαγικός Αυλός»”
The Magic Flute (1791 opera by Mozart)
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.