Meaning of αυλωθητήρας | Babel Free
Ορισμοί
είδος κινητήρα τζετ που κατά την ώθηση πιέζει τον αέρα σ’ έναν ειδικό αυλό
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.